Το καλάθι είναι άδειο.

Ἐν δρυμῷ ξύλον

Έκπτωση!130.Exwfyllo
Ἐν δρυμῷ ξύλον
Αθηνά Καραταράκη
ΠΟΙΗΣΗ
Έτος: 2016
Σχήμα: 16x24
Σελίδες: 86

 

Η ΣΚΑΦΤΙΚΗ ΤΟΥΜΗΧΑΝΗ (ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ)

Ἡ σκαφτική του μηχανή
ἐδῶ σκουριάζει
κάτω ἀπ’ τόν ἥλιο καί τόν ἀέρα.

Χρόνια τή δούλευαν κοπιάζοντας
χέρια πού σκούριαζαν τετράγωνα
νύχια καί δάχτυλα.

Τώρα ἐδῶ πάνω ἀπόμεινε
ποιός ξέρει πόσον καιρό θά στέκει
δίχως ἄγγιγμα
δίχως τοῦ ἀνθρώπου τόν θυμό
τό ρῖγος τοῦ κορμιοῦ του.

Πρᾶγμα φθαρτό κόσμου φθαρτοῦ
σίδερο πού τό παράτησαν νά δέρνεται
παραδομένο στοῦ καιροῦ τ’ ἀλλάγματα
τέλος πού ἐπιβραδύνεται ἀδιάφορα
ἐξηγῶντας πώς δέν ἦταν ὅσο ἔδειχνε
ὅσο νομίζαμε σκληρό.

Ἀπ’ ὅλα ὅσα ἤτανε δικά του
αὐτή μᾶς ἔμεινε νά τόν θυμίζει πιό πολύ.
Τοῦ πάνω κόσμου μέ τόν κάτω
στερνή γέφυρα.

Tά λόγια πού κρεμάστηκαν
τάματα, φύλλα, κεφάλια
πού πέσανε στό χῶμα
μῆλα, τοῦ μαυροκότσυφα φτερά
πουκάμισα πού τά βυζαίνει ὁ ἄνεμος
μέχρι νά μείνουν ἄδεια
τρύπια κοχύλια, εἰδώλια δίχως μάτια
πού σημαδεύουν τοῦ καιροῦ τό πέρασμα
καθώς στόν ἥλιο ἀπέναντι στέκεται μοναχό του γεράκι
κι ἡ ξεβαμμένη κόμη μας στά δάχτυλα τῆς γριᾶς ἀνέμη
βουλή τῶν ἄστρων νομίζαμε τή νιότη
σκόνη ἦταν χρυσοφτέρουγη
μά ἤτανε σκόνη.

Μιά ὑγρασία σέ τρυπάει
καί τή μαζεύει ἡ νύχτα
πάνω στίς ρίζες, στά κλαδιά, στά φύλλα
πάνω στά κόκκαλα
ὅπως ἐκείνη πού βλέπουμε σέ τοίχους
νά γράφει τοπία
πού προσηλώνεται ἡ ψυχή
νά θυμηθεῖ ποιά εἶναι
ἤ νά ξεχάσει.

Ο ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ ΨΑΡΑΣ

Στη Μαίρη Βουράκη


Τόν ψάξαμε, μά δέν τόν βρήκαμε.
Δέν τόν εἴδαμε νά κάθεται στήν ἴδια πάντα θέση
ἐκεῖ στήν ἄκρη, ὅπως κατηφορίζει ὁ δρόμος στήν ἀγορά
τυλιγμένος μέσα στό σκοῦρο ἀδιάβροχο
κάποιες φορές ξεπαγιασμένος
μέ μάτια θολά, κόκκινα
κρυμμένα πίσω ἀπό τήν ὁμίχλη ἑνός κασκέτου
χέρια σκληρά, ἁπλωμένα
μέ χαρακιές καί ρόζους
παλιά ὅσο ἡ κτίση
μέ τίς ἀμυχές ξεροῦ κορμοῦ ἄνυδρου δέντρου.
 
Ρωτήσαμε σέ κάνα δυό μαγαζιά.
Ὁ ἕνας εἶπε πώς μιά φορά τόν εἶδε ὅλη κι ὅλη
τίς δυό τελευταῖες βδομάδες.
Ὁ ἄλλος πώς μᾶλλον μπάρκαρε.
Κάπως μετέωρο ἀκούστηκε ἐκεῖνο τό «μπάρκαρε»
κι ἴσως μᾶς παραξένεψε
γιατί θἆχε καβατζάρει πιά τά ἑξήντα πέντε.
Ὅμως ποιός ξέρει; Ὑπάρχουνε μαθές μπάρκα καί μπάρκα.
 
Μάταια τόν ἀναζητήσαμε
μέ τό ξύλινο κιβώτιο ἐκεῖ μπροστά στά πόδια του
μέ τήν πραμάτεια πού μάζευε ὅλη νύχτα
καί τό ξημέρωμα τήν ἔφερνε στήν ἀγορά
δίχως νά τή διαλαλήσει τή θαυμαστή πραμάτεια
πού ὅλη τή νύχτα θήρευε κάτω ἀπ’ τόν ἄφεγγο οὐρανό
ὄχι μονάχα μέ ἀκάματο κόπο
μά καί ἔνστικτο πού τοῦ μηνάει ἀπό μιά πρώτη αὐγή
πῶς πρέπει νά δολώσει, νά πλανέψει
νά αἰστανθεῖ τόν χρόνο, νά μαντέψει τή στιγμή
νά ἐξαπατήσει.
 
Νά μιλήσει μ’ αὐτό πού δέν μιλᾶ
καί κρύβεται στό ἀρχέγονο σκοτάδι μιᾶς προγενέστερης ὕλης
νά ἀφεθεῖ στῶν ἄστρων τήν πλανερή λάμψη
καί νά ξεφύγει ἀπό τίς κατηφόρες τῶν βυθῶν
νά δεῖ τό θαῦμα καί νά μήν τό μολογήσει.
 
Ὅταν θά ἐπιστρέφει φέρνοντας τόν ἀμητό
ματωμένος καί ξέγνοιαστος
τυλιγμένος ὅλο τό ἀγιάζι τῆς αὐγῆς.
 
τό ἱερό δικό του ἔνδυμα.

 Ἄνδρος, 6 Αὐγούστου 2014

 
 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

μιά μανιασμένη ἀπουσία
στά πέρατα τῆς αἴσθησης
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ


Μέσα στό δειλινό
τόν ἄκουσαν νά βηματίζει.
Ἦταν φθινόπωρο
τά δέντρα ρίχνανε τά φύλλα.
Ξερή ἡ περπατησιά του.
Κάτι πουλιά τρομάξανε
καί χύθηκαν στό γκρίζο.
Ἕνας τόν ἄλλον κοίταξε
σάν σέ καθρέφτη.
Τό σῶμα τους εἴδανε πρώτη φορά.
Σάρκινο ἐκμαγεῖο. Τρόμαξαν.
 
Στό ξέφωτο σταμάτησε.
Δέν ἤτανε μακριά, οὔτε κοντά.
Μιά μπλάβα λίμνη ὁ οὐρανός
ὅταν ἀκούστηκε ἡ φωνή του.
Ρῖγος πού ἔφτανε μέχρι τή ρίζα.
«Αὐτό τό σύγκρυο λοιπόν εἶναι ἡ ψυχή;
Ἡ γύμνια της;»
 
 
Τά φύλλα σώπαιναν πάνω στά δέντρα.
Καί τά πουλιά ἀπό ὥρα εἶχαν κρυφτεῖ.
Ἔστρεψε τό κεφάλι
κοίταξε τό χῶμα.
 
Τό βλέμμα του ἀκολούθησε
ἕνα ψιχάλισμα μουντό.
 
Τούς ἔδωσε δερμάτινους χιτῶνες
νά σκεπαστοῦν.
 
 
Κάτω στή λεωφόρο
ἄναβαν τά πρῶτα φῶτα.

Ἡ Ἀθηνᾶ Καραταράκη γεννήθηκε στήν Ἀθήνα. Ξεκίνησε σπουδές στό Οἰκονομικό τμῆμα τοῡ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅμως τό ἐγκατέλειψε γιά νά σπουδάσει Φιλοσοφία στό Πανεπιστήμιο Κρήτης. Γιά πολλά χρόνια μελέτησε τραγούδι. Ἐκτός ἀπό ποιήματα συνθέτει τραγούδια. Στίχους της ἔχουν μελοποιήσει Ἓλληνες συνθέτες. Ἔχει ἡχογραφήσει δύο CDs, Στῆς νύχτας τό φῶς (1996) καί Gosamui (2003). Μετέφρασε ἀρχαίους λυρικούς ποιητές, τό Ἆσμα ἀσμάτων καί τό Συμπόσιο τοῦ Πλάτωνα, ἀποσπάσματα τῶν ὁποίων μελοποίησε ὁ συνθέτης Νῖκος Μαμαγκάκης (1929-2013). Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σέ λογοτεχνικά περιοδικά. Ἡ πρώτη ποιητική της συλλογή κυκλοφόρησε ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ὁδός Πανός» τό 2003 με τίτλο Μπετόν Ἀγγέλου. Διδάσκει στή Μέση Ἐκπαίδευση ὡς φιλόλογος.