Το καλάθι είναι άδειο.

Το Σενάριο και άλλα διηγήματα

142.Exwfyllo
Το Σενάριο και άλλα διηγήματα
Μανόλης Κατεινάς
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Σχήμα: 13x20
Σελίδες: 98

Ένα αποτυχημένο σενάριο, ένας έρωτας που δοκιμάζεται στα συντρίμμια μιας ληστείας, κάποια Χριστούγεννα σε ένα ορεινό στρατόπεδο της Σάμου, δύο εκπαιδευτικοί που σκέφτονται να παντρευτούν, ένας επαρχιώτης ποδοσφαιριστής που προσπαθεί να πετύχει στην πρωτεύουσα, ένας Αρχάγγελος που αποφεύγει να κατεβαίνει στη Γη, ένας ντετέκτιβ που προσπαθεί να εξιχνιάσει έναν φόνο που συνέβη σε μια κινηματογραφική αίθουσα, και οι σκιές του Φώτη και της Μαίρης. Οχτώ ανατρεπτικά, ευτελή, μεταμοντέρνα, και ενίοτε περιθωριακά διηγήματα, βγαλμένα θαρρείς από εικόνες της ίδιας της ζωής• τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο…

ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Παρασκευή πρωί, εφτά παρά, ο ήλιος γλιστράει φουριόζος μέσα από τις χαραμάδες των παντζουριών και φωτίζει το υπνοδωμάτιο. Η πρώτη αχτίδα σπινάρει πάνω στο τζάμι, περνάει απρόσκλητη μέσα και βρίσκει τον Ρένο χουχουλιασμένο κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Ξαπλωμένος ανάσκελα, χέρια, μαξιλάρι και σεντόνια ένα κουβάρι και τα πόδια του να κρέμονται μετέωρα έξω απ’ το κρεβάτι. Η δεύτερη αχτίδα σε πείσμα της πρώτης τρυπάει το ανυποψίαστο σεντόνι κι έρχεται με θράσος να κεντράρει πάνω στα ματοτσίνορά του. «Ξύπνα, ντε…» του φωνάζει. Οι κόρες των ματιών του σαν από θαύμα διαστέλλονται. Κάνει μια απελπισμένη κίνηση να διώξει τον ήλιο με τα χέρια. Τζίφος!
  Ανοίγει τώρα τα μάτια μόνος, θέλοντας και μη. Μοιάζει ακόμα υπνωτισμένος. Για μια στιγμή δείχνει να χάνεται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι και το μόνο που του μένει είναι μια λάμψη έντονη, κιτρινωπή. Το φως δίνει τον αιώνιο αγώνα ζωής και θανάτου με το σκοτάδι, τον κερδίζει και ορθώνει πανηγυρικά την ημέρα. Το μυαλό του Ρένου ακροβατεί ανάμεσα στα όνειρα και στην πραγματικότητα, κάπου γυρίζει, και τεντώνει ορθάνοιχτα χέρια-πόδια για να σηκωθεί. Μένει για λίγο ακίνητος με μάτια γουρλωμένα να κοιτά το ταβάνι ‒κάτι τον σκοτίζει‒, ώσπου έρχεται το ξυπνητήρι ουρλιάζοντας επίμονα απ’ το πουθενά να τον διπλώσει απότομα στα δύο.
  Το υπνοδωμάτιο σκέτο αχούρι. Ένας μεγάλος καθρέφτης δίπλα στο κομοδίνο δείχνει το κρεβάτι άστρωτο και τον Ρένο να παλεύει με νύχια και με δόντια για να σηκωθεί. Το μισοσκόταδο έχει φωλιάσει μέσα, κρύβοντας με επιμέλεια ό,τι μπορεί απ’ τη γενική ακαταστασία. Ο Ρένος σηκώνεται πάνω δίχως δεύτερη σκέψη αυτή τη φορά, και με ήσυχες κινήσεις ‒μην ξυπνήσει τους γονείς του‒ χώνεται στην τουαλέτα με τα γκρενά πατώματα. Ανοίγει την κάνουλα του νιπτήρα και, καθώς το νερό ρέει, περνάει το κεφάλι του από κάτω. Νιώθει το διάφανο υγρό να τον καταβροχθίζει ολοκληρωτικά, να εισέρχεται σαν μάννα εξ ουρανού μέσα του. Στα σίγουρα τώρα έχει ξυπνήσει. Ετοιμάζει σαπουνάδα, κι έτσι, με κρύο νερό, γυρίζει πάνω του το ξυραφάκι. Το περιστρέφει με ημικυκλικές κινήσεις από πάνω προς τα κάτω, κι αυτό, υπακούοντας τυφλά στις εντολές του, καθαρίζει γένια και αφρούς, κάνοντάς τον ασπροπρόσωπο.
  Περνάει το χολάκι, και στην κουζίνα, στο μαρμαράκι δίπλα στην ψωμιέρα, βρίσκει τα τσιγάρα του. Από τότε που γνώρισε την Κάτια καπνίζει ευκαιριακά. Ανάβει τσιγάρο, κι η αναψοκοκκινισμένη καύτρα στριφογυρίζει στο σκοτάδι σαν πυγολαμπίδα σε όνειρο θερινής νυκτός. Εισπνέει την πρώτη τζούρα απ’ το πρωινό του τσιγάρο και γυρίζει το μάτι της κουζίνας. Ρίχνει νερό στο μπρίκι και κοφτές κουταλιές ζάχαρης και καφέ. Μόλις το μείγμα αρχίζει να φουσκώνει, σηκώνει το μπρίκι απ’ το μάτι και το αδειάζει στην κούπα του καφέ. Αυτή με τη στάμπα του Μπεν Λήπερ, του τερματοφύλακα γιατρού της Μάνκαστορ Σίτυ. Προσθέτει έπειτα ένα γαλατάκι απ’ το ψυγείο και το παρακολουθεί να βυθίζεται στο μερακλίδικο σκουρόχρωμο υγρό με χαρακτηριστική ευκολία. Το τελευταίο κομμάτι ενός καλοστημένου παζλ. Ρουφάει δυο βιαστικές γουλιές και νιώθει τον ουρανίσκο του να φλέγεται. Τραβάει τη δεύτερη τζούρα καπνού και ξεροβήχει. Του μένει μια στιφάδα ανάκατη από καφέ και τσιγάρο, μια γεύση περίεργη, θαρρείς ερμαφρόδιτη. Γεύση φόβου, φόβου και ηδονής μαζί…
  Ντύνεται βιαστικά, περνά το γκρίζο μπουφάν στους ώμους του, γραπώνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και κλειδαμπαρώνει πίσω του την εξώπορτα. Κάνει τον σταυρό του με το δεξί του χέρι, κάτι μονολογεί μέσα απ’ τις άκρες των χειλιών του ‒οι λέξεις βγαίνουν με δυσκολία‒ και κατρακυλάει αγχωμένα στις σκάλες. Ανοίγει την πόρτα του ασημί fiat punto και γλιστράει σαν αίλουρος στη θέση του οδηγού. Στρίβει μια ιδέα τα κλειδιά δεξιόστροφα κι η μηχανή μουγκρίζει. Βάζει ταχύτητα, αφήνει σταδιακά το αμπραγιάζ, τσιτώνει πεισματικά το γκάζι, οι στροφές ανεβαίνουν στα ύψη και το αυτοκίνητο σπινάρει λες και είναι σε πίστα.
Βγαίνει σε λίγο στη Μεσογείων και την παίρνει ανηφορικά για την Αγία Παρασκευή. Βλέπει πολυκατοικίες να τρέχουν φρεσκοξυπνημένες κυματιστά δεξιά του και ενίοτε κάποιο μικρό αλσύλλιο να ασφυκτιά προσπαθώντας να δώσει πνοή στην τσιμεντένια μεγαλούπολη. Στο δεύτερο φανάρι επί της λεωφόρου κόβει δεξιά το τιμόνι και έπειτα χώνεται στο πρώτο παράλληλο επί της Μεσογείων στενό. Σταματάει λίγο παρακάτω και το αμάξι σαν να τσουλάει. Τραβάει μηχανικά το χειρόφρενο και το αμάξι κοκαλώνει. Κολλάει το χέρι του στην κόρνα δίνοντάς της κάποιες ανάσες ελευθερίας. Ένας διαπεραστικός ήχος δονεί ρυθμικά τον χώρο. Κατεβάζει εντελώς το παράθυρο του συνοδηγού και περιμένει.
  Bγάζει τσιγάρο, το περνάει με μια κίνηση στα χείλη του ‒από τότε που γνώρισε την Κάτια καπνίζει ευκαιριακά‒ κι έτσι με τον γιακά του μπουφάν σηκωμένο μοιάζει με ήρωα του σινεμά. Κατεβάζει τον καπνό αργά αλλά σταθερά, ο λαιμός με τα πνευμόνια του μπουκώνουν απ’ την νικοτίνη, νιώθει τον φάρυγγά του να φράζει, αλλά το γουστάρει. Μετά αφήνει μια μικρή χαραμάδα ανάμεσα στα χείλη του και κάνει με τον καπνό κυκλάκια. Ένας τρανταχτός ήχος ακούγεται ‒σαν πόρτα εισόδου πολυκατοικίας που κλείνει βιαστικά‒ κι η Κάτια πλησιάζει σιωπηλά το αμάξι.
  Ρίχνει κάποιες δήθεν τυχαίες ματιές γύρω της, δεν υπάρχει ψυχή πουθενά. Η αγωνία της μειώνεται προς στιγμήν και χώνεται βιαστικά στο αυτοκίνητο. Κοιτιούνται για λίγο αμήχανα κι αδηφάγα μαζί, σαν δυο ψυχές που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία ίσως φορά. Οι καρδιές τους συμμέτοχες σε ένα τρελό παιχνίδι με τον φόβο χτυπούν αφύσικα δυνατά, κοντεύουν να σπάσουν.
  «Όλα εντάξει;» ρωτά η Κάτια με φωνή μάλλον τρεμάμενη.
  «Εντάξει» ξεστομίζει ο Ρένος στρέφοντας αυθόρμητα το κεφάλι προς το μέρος της. Λίγες κουβέντες, μετρημένες.
  «Εσύ;» τη ρωτά.
  «Μια χαρά» ψιθυρίζει η Κάτια δισταχτικά.
  Ο Ρένος γυρίζει με μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση τα κλειδιά, η μηχανή του αυτοκινήτου ως δια μαγείας ζωντανεύει, το ασημί fiat punto παίρνει εντός ολίγου σάρκα και οστά, και βγάζει φωτιές απ’ την εξάτμιση όπως οι δράκοι από το στόμα τους στα παιδικά παραμύθια. Ο Ρένος πατάει με τέχνη το πεντάλ του γκαζιού κι αφήνουν πίσω τους τους δρόμους…

«Το Σενάριο και άλλα διηγήματα» είναι το πρώτο βιβλίο του Μανόλη Κατεινά, ωστόσο διαβάζοντάς το αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι είναι γραμμένο από τα χέρια ενός έμπειρου συγγραφέα! Μας δίνει βάσιμες υποσχέσεις για μια αξιόλογη «πεζογραφική» πορεία. Πρόκειται για μια συλλογή οχτώ διηγημάτων, για ένα βιβλίο ολιγοσέλιδο, ευσύνοπτο, εύληπτο, ιδιόμορφο με κείμενα που έχουν έντονα τα στοιχεία της σύνθετης τέχνης του κινηματογράφου καθώς επίσης και με ευφάνταστες σκηνοθετικές αναφορές, με την έννοια ότι θα μπορούσαν άνετα να είναι ταινίες μικρού μήκους.
Γραφή ρεαλιστική,λόγος μικροπερίοδος, ελλειπτικός σε πολλά σημεία και επιγραμματικός, όταν θέλει να δώσει ένα χαρακτήρα γενικευτικό σε σκέψεις και συναισθήματά του. Αξιοποιεί στοιχεία της νεωτερικής πεζογραφίας τα οποία συνδυάζει αρμονικά με το χώρο της φαντασίας. Η αφόρμηση στα περισσότερα διηγήματα γίνεται από σκηνές της ωμής πραγματικότητας, ενός σκληρού πολλές φορές περιθωρίου, σε μια γλώσσα απλή, καθημερινή με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας με αποτέλεσμα το ύφος των κειμένων, ενώ είναι απλό και λιτό να έχει αμεσότητα και ζωντάνια, να γίνεται ζωηρό, γοργό και η αφήγηση ν' αποκτά αδιάκοπη ροή. Μπορεί η γλώσσα, όπως προείπα, να είναι απέρριτη, χωρίς πολλά στολίδια, ωστόσο οι περιγραφές είναι γλαφυρές, που μαρτυρούν μέσα από τα πλούσια συναισθήματα τις πολλές ευαισθησίες του συγγραφέα.
Τα κείμενα χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, ακρίβεια στην έκφραση και λιτότητα στη χρήση εκφραστικών μέσων (σχήματα λόγου). Ακόμα κι όταν ο συγγραφέας τολμά ν' ακουμπήσει κάποιες φορές «έννοιες υψηλές» εν τούτοις το ύφος των κειμένων παραμένει απλό, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με υπερβολές και μεγαλόστομες εκφράσεις.
Ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος, μη δραματοποιημένος, ετεροδιηγητικός. Έχει εντάξει τις ιστορίες του σε συγκεκριμένο κάθε φορά χώρο και χρόνο. Μπορεί ο χρόνος να είναι απροσδιόριστος (με τη στενή έννοια του όρου) ωστόσο είναι υπαρκτός. Η αφήγηση είναι γραμμική, τα γεγονότα εξιστορούνται με τη σειρά, ευθύγραμμα, χρονολογικά, χωρίς αναδρομές. Οι ιστορίες έχουν αρχή - κορύφωση - λύση. Οι διάλογοι καθώς και οι περιγραφές υπηρετούν τον μύθο, προωθούν την εξέλιξη, είναι στην υπηρεσία της αφήγησης. Τέλος ιδιαίτερο ρόλο στη μυθοπλασία παίζουν και οι νησιώτικες καταβολές του συγγραφέα.
Σας προσκαλώ να ταξιδέψουμε με «Το Σενάριο», να μοιραστούμε με τον συγγραφέα έντονες στιγμές μυστηρίου, αγωνίας και πάθους, αλλά και γαλήνιες εικόνες από «Κυκλαδικό Φως» και καλοκαίρια.

Παρασκευή Μπαρδάνη, φιλόλογος

Ο Μανόλης Κατεινάς γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1975 και μεγάλωσε στον Ταύρο. Κατάγεται από την Απείρανθο της Νάξου. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και φοιτά στο τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Παρακολούθησε μαθήματα για την ελληνική πεζογραφία στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο τής Στοάς τού Βιβλίου». Έχει διδάξει σε ορεινά και παραθαλάσσια χωριά της Νάξου και της Κρήτης ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός. Ασκεί το επάγγελμά του σε σχολείο της Νέας Σμύρνης, όπου και ζει. Το Σενάριο είναι το πρώτο του βιβλίο.

Επικοινωνία με τον συγγραφέα: cpardali@sch.gr